Monday, May 28, 2007

Ο Άγγελος

Όνειρο είδα· τι να σημαίνει;
Βασιλοπούλα ήμουν παρθένα,
Άγγελο είχα μόνο για μένα
κι όμως συνέχεια ήμουν κλαμένη.

Κι έκλαιγα, έκλαιγα όλη τη μέρα,
κι αυτός μου σκούπιζε τα δάκρυά μου.
Κι έκλαιγα, έκλαιγα όλη τη μέρα,
και του το έκρυβα, μα ήταν χαρά μου.

Έτσι, μια νύχτα, φεύγει, μ' αφήνει!
Η αυγή ροδίζει κι εγώ σκουπίζω
τα δάκρυά μου. Το φόβο οπλίζω
σαν τους στρατιώτες σκληρός να γίνει!

Κάποτε, γύρισε ο Άγγελός μου,
μα δε με πρόλαβε· είχα σκληρύνει.
Είχε περάσει πια ο καιρός μου
και τα μαλλιά μου λευκά είχαν γίνει.


-William Blake-
(μτφρ. Γ. Μπλάνας)

Monday, May 21, 2007

Βόλτα στην αγορά

Βρίσκω και βρίσκω κρυστάλλινα μπουκαλάκια
ξεθυμασμένα αρώματα χωρίς ίχνος μνήμης.
Σαν καινούρια τα παλιά χαλιά
ζωηρά χρώματα εκεί που πάτησαν πόσα ζευγάρια πόδια!
Και μια φρουτιέρα πλαστική
που κάνει αστείο ήχο όταν χτυπώ τα δάχτυλά μου με ρυθμό.
Ανάβω τον αναπτήρα και βάζω φωτιά στο πλαστικό.
Λιώνει η φρουτιέρα, δεν είναι πια, λιώνει και βρωμάει,
είναι καπνός, είναι λιωμένο πλαστικό, είναι λεκέδες στο δρόμο πράσινοι.
Φωτιά στον πάγκο των τάπερ!

Αδιαφορώ και πάω παραπέρα,
στα σεντόνια τα χρωματιστά
μυρίζουνε χώμα
ανθρώπινα σεντόνια
με σώματα και σκιές
έχουν μαλλιά και δέρμα
- Πόσο έχουν αυτά;

Καμία απάντηση.

- Θέλω να αγοράσω αυτά τα σεντόνια.

Η αγορα σταματά. Όλοι κοκκαλώνουν ξαφνικά.

- Συγγνώμη... ήθελα... Πόσο έχουν αυτά τα σεντόνια;

Ένα πουλί πετάει πάνω από τους πάγκους
και αφήνει μια κουτσουλιά στα σεντόνια που κρατώ.

- Ωχ συγγνώμη... Θα τα αγοράσω, δεν πειράζει. Πείτε μου πόσο έχουν;

-Πείτε μου!

Αφήνω κάτω τα σεντόνια και τα τσαλαπατώ.
Χοροπηδώ.

-Θέλω να τα αγοράσω!

Φωνάζω φωνάζω φωνάζω.
Εξαντλημένη πέφτω και κλαίω μέσα στα σεντόνια.

-Σας παρακαλώ... Θέλω να τα αγοράσω...

Πνίγομαι απ' τους λυγμούς.

- Θέλω να τα αγοράσω...!

Ένα σκυλί μου γλύφει το χέρι.
Σηκώνω τα μάτια μου και βλέπω ένα αγορι χαμογελαστό.

-Θα ρθεις; Έβγαλα το σκύλο βόλτα.

- Θέλω να αγοράσω αυτά τα σεντόνια.

Το αγόρι κοιτάζει τα σεντόνια και γελάει.

- Έλα, πάμε. Δικά σου είναι.




-Σωτηρία Ευθυμίου-

Friday, May 18, 2007

18 Μαΐου

Απαραίτητη προϋπόθεση για να πεθάνει ένας κακός κι ένας καλός
είναι να ακούσουν την κραυγή ενός σκύλου την ίδια στιγμή.
Αλλά ποιός θα πεθάνει πρώτος;
Κοιτάζοντας και οι δυο τις παλάμες τους θ' αναρωτιούνται...
Έπιασα ποτέ; Έδωσα; Πήρα;
Γραμμές άτακτες, η μια εδώ κι η άλλη εκεί, συναντιούνται,
βαθιές χαρακιές, όμορφοι χάρτες που λίγοι τους διαβάζουνε.
Αγάπη και έρωτας και ψεύδη της ζωής. Δε σας ξέρω. Δε μ' έχετε πονέσει.
Και φοβάμαι να πέσω στα συρματοπλέγματά σας.
Κανόνια περιμένουνε στις πέργολες των σπιτιών.
Μαγγάλια αναμμένα πυρρακτώνουν τα σίδερα του μαρτυρίου σας.
Ξοδεύοντας...
Και δεν θα με φτάσετε ποτέ.
Προχώρα εσύ. Μην με περιμένεις.
Χάνω αίμα χάνω χρόνο χάνω.
Και φοβάμαι να σ'έχω εδώ, τρέμω να σ'ακούω να καταπίνεις με δυσκολία το σάλιο σου.
Συμφωνώ μ'αυτό το προσωπο που φορά τη μάσκα του όταν του κλείνω τα μάτια.
Ποτέ δεν συζητήσαμε για κάτι.
Μασάει μαϊντανό κι η ανάσα του μοσχοβολά.
Έρχεται από ένα πηγάδι και φέρνει μουχλιασμένο νερό.
"Έλα, μου λέει, να δεις τι θάψανε εκεί μέσα".
"Τι;" ρωτάω με μάτια γουρλωμένα από περιέργεια.
"Έλα, ένα χέρι φαίνεται, γυναικείο.
Κουνάει τα δάχτυλα κι έχει νύχια μακριά και γυριστά.
Κάποτε το νερό κοχλάζει και όταν βουτάω να δω βρίσκω ένα λευκό λουλούδι".

"Εκεί να το αφήσεις!"


-Σωτηρία Ευθυμίου-

Tuesday, May 15, 2007

Δαιμονολόγιο

Δαίμονες και δαιμόνισσες
δαιμονίζονται στην ακτή
χαριετίζονται μεταξύ τους
ετοιμάζουν τα νέα δαιμονάκια
που θα βασιλέψουν
σ' αυτή τη γη
που είναι πια δική τους.

Μακριά στον ορίζοντα
σε μία κόκκινη θάλασσα
μέσα σε ψεύτικους καπνούς
βυθίζεται ένα καράβι.


-Μίλτος Σαχτούρης-

Wednesday, May 9, 2007

Ποίος εκείνος;

Μα δεν υπάρχει πια κανείς καρδιά να υψώσει
το πλήθος ανευλόγητο στέκεται ορθό
σε ποιον να γονατίσει;
Κι ο νέος εκείνος που ’λεγαν
πως κάθε χρόνους εκατό τις ίδιες λέξεις λέει
εσώπασε, εμίσεψε...

Μήδ’ έτοιμος από καιρό μήδε και θαρραλέος...

Η ανθοφορία της γενιάς μου τελείωσε δίχως ν’ αφήσει καρπό.
Οι φίλοι μου μοιάζουν πυγολαμπίδες
αυτόφωτες μοναχικές ενέργειες δίχως ονόματα ή μνήμη.
Περιφέρουμε τις σιωπές μας σ’ έναν πολύβουο κόσμο
ποτάμια που έχασαν τη θάλασσα…

Κι εσύ, σε είδα
στη γέφυρα πλησίασες, στάθηκες, ανεμοθώρησες
μ’ απ’ την αντίπερα την όχθη την αλλιώτικη
τα σιγουρνά της τύχης σου προτίμησες ν’ αδράξεις...

Κι εγώ, με βλέπω
στην κάμαρη ξωμένω να προσμένω
στιγμές σταλμένες από χέρια αγαπημένα
λευκές, υγρές, σαβανωμένες...

Εμείς δεν έχει...
Κανείς δεν έχει...

Πώς να παλέψεις τα φαντάσματα των μεγάλων ποιητών;

Κι αν αντικρίσεις το θεό πού θα ’βρεις γιατρειά;



-Ανδρονίκη Μαστοράκη-

Thursday, May 3, 2007

Η ΠΟΙΗΣΗ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΔΥΟ

"Θα ξανάρθουμε;" ρώτησα. Ο άλλος κάτι είπε, αλλά δεν έφτασε ως εμένα - όμως ένιωσα μέσα μου κάτι αλλόκοτο και γλυκό. Φυσούσε λίγο. Βράδυ.
Κι ίσως ολόκληρη η ποίηση να είναι αυτή η απάντηση που δεν ακούστηκε και τη συμπλήρωνε ο στεναγμός του αγέρα κι η απαλή ερημιά του φεγγαριού.

-Τάσος Λειβαδίτης-