Wednesday, October 8, 2008

11 Οκτώβρη

Τέλος
Κι οι μνήμες παν κι αυτές
πίσω απ’ τα πράγματα να τα προφτάσουν
Όπου τα παλαιά φαίνονται πάλι κι εκείνα σαν καινούρια.
- Οδ. Ελύτης


στέκομαι στο ανοιχτό παράθυρο
________προσδοκώντας ένα γόνιμο χωράφι
συμβιβάζομαι
τα καλώδια της ΔΕΗ εισβάλλουν στα καταθλιπτικά μου κύτταρα
κάθε πρωί ο έρωτας
________χυμένος στο χαλάκι του μπάνιου
ευκταίο κι αναπόδραστο αποτέλεσμα

αν μου επέτρεπες να ονειρευτώ μιας μέρας δρόμο...

κι εσύ καινούριο αγόρι
________με τα υγρά αλφάβητα ανάμεσα στα σκέλια
διαλέγεις τους αρμούς να περπατήσεις

τίποτα νέο δεν υπάρχει
το παλιό αναπλάθεται σε πληρωμένες μήτρες
και γίνετ’ άλλο



-Ανδρονίκη Μαστοράκη-

Saturday, April 19, 2008

Γράμματα σε μια γυναίκα - VIII

Θαρρώ πως όλα είναι ψέματα και πλαστή η ένδεια που νιώθω από σένα· δε σ' αγαπάω τυφλά, δε θυσιάζομαι για σένα· η σιωπή μας δεν ενοχλεί μονάχα εσένα. Η ζωή, όπως για κάθε άνθρωπο, και για μας δεν είναι ποιητική. Θέλω να πω, πως κι εμείς δε μπορούμε αιωνίως να φτιάχνουμε αυτεξούσια τη ζωή μας, κάποτε αφαιρούμεθα, κοιτάζουμε γεμάτοι έγνοια ένα μικρό εαυτό μας, σαν να είμεθα άρρωστοι. Τότε γινόμεθα κατώτεροι, πρόστυχοι σχεδόν... Και το λέμε, εμείς, πως όλα είναι ψέματα, δεν είναι τάχα πρόστυχο αυτό;


-Γ. Σαραντάρης-

Friday, March 21, 2008

Πρόσωπα στον καθρέφτη

Εκείνο το πρωί ξύπνησα με την αίσθηση ότι μες στον ύπνο μου είχα ανακαλύψει επιτέλους τι σημαίνει ευτυχία - μόνο που δε θυμόμουν τι ακριβώς
τ' άλλα θα τα μάθαινα αργότερα μέσ' από σκοτεινούς υπαινιγμούς ή αδιάφορα λόγια και συχνά αναρωτιόμουν: είμαστε τάχα αθώοι αυτού του εγκλήματος;
Όμως η νύχτα με δρόμους μοναχικούς και τύψεις φτιάχνει έναν κόσμο ξένο, φανάρια υγρά μέσα στις γάζες των αποστάσεων, άνθρωποι που υπάρχουν και δεν υπάρχουν όπως όλοι μας, πόσα βιβλία αδιάβαστα ακόμα, πόσα κλειδιά ριγμένα στο ποτάμι κι οι νεκροί δεν πέθαναν αλλά τώρα ξέρουν την ώρα και δεν παρουσιάζονται όποτε να 'ναι.
Ο Ιάκωβος έκανε να με κρατήσει, "χάθηκαν όλα" του λέω, "μα αυτό είναι το συναρπαστικό" μου λέει - φίλοι παλιοί απ' τον καιρό που είχαμε ακόμα τη δύναμη να κλαίμε.
Ύστερα μείναμε σιωπηλοί κοιτάζοντας τον καθρέφτη - υπήρχε εκεί κι ένα τρίτο πρόσωπο για το οποίο δε θα μιλήσουμε ποτέ.
Τώρα αν θυμάμαι κάτι απ' τη ζωή μου είναι δυο τρία ήρεμα βράδια και λίγη μουσική απ' το ανεκπλήρωτο - κι αυτά τα γλυκά λόγια που λέμε στον εαυτό μας όταν μας έχουν όλοι απαρνηθεί...


-Τάσος Λειβαδίτης-

Sunday, February 10, 2008

Απόκρυφο

Ο αέρας είναι ένας μύλος από αγκίστρια -
Ερωτήσεις χωρίς απάντηση,
Λαμπερές και μεθυσμένες σαν μύγες
Που του φιλιού τους το κεντρί είναι αβάσταχτο
Μέσα στις δυσώδεις μήτρες του μαύρου αγέρα, κάτω απ' τα πεύκα το καλοκαίρι.

Θυμάμαι
Τη νεκρή μυρωδιά του ήλιου στις ξύλινες καμπίνες,
Την ακαμψία των ιστίων, τα μακριά αλατισμένα σάβανα.
Αν έχεις αντικρίσει μια φορά το Θεό, ποια είναι η γιατρειά;
Αν έχεις μια φορά κατακτηθεί

Χωρίς να μείνει ούτ' ένα κομμάτι,
Ούτε καν ένα δάχτυλο, και αναλωθεί,
Αναλωθεί απόλυτα, στην πυρκαγιά του ήλιου,
Μέσα στο φως από βιτρό αρχαίων καθεδρικών,
Ποια είναι η γιατρειά;

Η όστια της μετάληψης;
Το βάδισμα πλάι σε ακύμαντα νερά; Η μνήμη;
Ή να διακρίνεις τα λαμπερά ίχνη
Του Χριστού στα πρόσωπα των τρωκτικών,
Των δειλών λουλουδοφάγων, εκείνων

Των ταπεινών που δεν προσμένουν τίποτα -
Καμπουριασμένος στο παστρικό σπιτάκι του
Κάτω από τις ακτίνες της αγράμπελης.
Άραγε δεν υπάρχει μεγάλος έρωτας, μόνο τρυφερότητα;
Θυμάται η θάλασσα

Εκείνον που βάδισε πάνω της;
Το νόημα διαρρέει από τα μόρια.
Οι καμινάδες της πόλης αναπνέουν, το παράθυρο ιδρώνει,
Τα παιδιά σκιρτούν στα κρεβάτια τους.
Ο ήλιος είναι ένα γεράνι που ανθίζει.

Η καρδιά ακόμα χτυπά.



-Σύλβια Πλαθ-
(μτφρ. Κ.&Ε. Ηλιοπούλου)

Tuesday, January 22, 2008

[Υπάρχω, ω Τρομαγμένε]

Υπάρχω, ω Τρομαγμένε. Δε μ' αγροικάς πια,
που οι αισθήσεις μου όλες σου βροντοχτυπάνε;
Τα αισθήματά μου, που βρήκανε φτερά,
λευκά, γύρω απ' το πρόσωπό σου, τριγυρνάνε.
Δε θωρείς την ψυχή μου,
που, τη Σιωπή φορώντας, στέκεται μπροστά σου;
Η μαγιάτικη, δεν ωριμάζει, προσευχή μου,
καθώς σε δέντρο απάνω, απάνω στη ματιά σου;

Αν είσαι ο ονειρευτής, εγώ 'μαι τ' όνειρό σου. Ωστόσο,
αν ν' αγρυπνήσεις θες, η θέλησή σου εγώ
'μαι, και σ' όλες τις μεγαλοπρέπειες θα δεσπόσω
κι ως αστρική σιωπή θα λειανθώ
πάνω απ' την πολιτεία τη θαυμαστή του Χρόνου.


-Ράινερ Μαρία Ρίλκε-
(μτφρ. Ά. Δικταίος)

Tuesday, January 8, 2008

κάλεσμα

σε νιώθω
ανησυχείς
που οι λέξεις μένουνε βουβές
________κι εγώ μη κοιμηθώ στο δρόμο
________(τι θα πω στους νεκρούς μου
________αν έρθουν και βρουν αγνώστους
________στο κρεβάτι τους)

θυμήθηκα σήμερα το καλοκαίρι
πριν πεθάνεις
κάτω απ’ τις κληματαριές
που ξόδευες τα όνειρά σου στα νερά
κι εγώ σε έντυνα με χρώματα ζεστά
________δεν καταλάβαινα πώς δεν κρυώνεις

χθες τηλεφώνησα στο υπόγειο που ζούσες
κάποιος θα σήκωσε το ακουστικό μα δε μου μίλησε
θα ’ταν αράχνες
________________αφηνιασμένες
________________________________απ’ την εξάντληση
τους πρόσφερα ζάχαρη με την άκρη της γλώσσας μου

δεν θέλω πια
________________να μην υπάρχεις


σήκωσε________αέρα________χτυπούν
___τα____παράθυρα____και
η____καρδιά_____μου_____ψάχνει____πάλι
___να_____κρυφτεί________κάτω

απ’ τα σκεπάσματα
όμως δεν είσ’ εκεί
δεν είναι κανείς

θα μείνω εδώ
δεν θέλω πια να μην υπάρχω
μα δεν γνωρίζω πώς να ζήσω τη ζωή μου

αν με καλέσεις να πεθάνω αυτή τη νύχτα
δεν θ’ αρνηθώ


-Ανδρονίκη Μαστοράκη-